TRANSLATE

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Τρεις απολύσεις, ένα λουκέτο κι ένα ζεϊμπέκικο…


Όσο διαρκεί ένα ζεϊμπέκικο, τέσσερα λεπτά και κάτι…

Κείμενα σαν αυτό κι εκατοντάδες άλλα, φωτογραφίες σαν αυτή και χιλιάδες άλλες, βίντεο κι ό,τι άλλο οπτικοακουστικό παράγεται στις μέρες μας και καταναλώνεται εν ριπή οφθαλμού κι ερμηνεύεται ως φυσικό ή παράλογο με τις κρατούσες αντιλήψεις, θ’αποτελέσουν ένα εκρηκτικό υλικό για τους ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες αλλά και τους ψυχιάτρους του μέλλοντος.

Ούτε ο Γιώργος τώρα, ούτε ο Κώστας πριν, είναι και ήταν, τόσο ανάλγητοι παρότι φαίνεται πως έκαναν και κάνουν πολλά προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε προδότες. Ούτε απλά ανόητοι κι ανεπαρκείς. Κανείς από τους δυο δεν είχε οικονομική ανάγκη πέρα από μια θεμιτή και ίσως υπερβολική φιλοδοξία. Που κι αυτή τους ήρθε μπούμερανγκ. Ο ένας ήδη ευτελίστηκε κι ο άλλος βασανιστικά ευτελίζεται, μέρα τη μέρα.

Θ’ αναρωτιούνται, όμως, οι ερευνητές και θ’αναζητούν απαντήσεις για τα ήθη, τις συμπεριφορές και τις καταστροφικές εμμονές. Και θα ταξινομούν και θ’ αναλύουν τον, ευτυχώς γι’αυτούς, ψηφιακό πληροφοριακό πλούτο. Αλλά παρότι θα’ χουν...
ασυγκρίτως πολλαπλάσια στοιχεία για να κρίνουν, δεν θα’χουν ζήσει αυτήν τη περίοδο που εμείς ζούμε. Αυτήν τη σύγχυση, αυτόν τον πληθωρικό σουρεαλισμό.

Ας πούμε για τη σύγχυση με τις πολιτικές έννοιες. Με την ερμηνεία εννοιών όπως «φιλελεύθερος σοσιαλισμός» ή «κοινοβουλευτικός αυταρχισμός». Ή με την οριοθέτηση εννοιών όπως «λαϊκισμός», «εθνική προδοσία», «δοσιλογισμός», «εθνικισμός», «ρατσισμός».

Ή ας πούμε για τη σύγχυση με τον τρόπο ζωής. Γιατί πολύ πριν χορέψει ο Γιώργος, χόρευε ο Άκης. Κι ακόμη πιο πριν, χόρευε ο Ανδρέας. Και βέβαια όχι εκείνος που τον κτυπούσαν ένα βράδυ στην ταράτσα. Και θ’αναρωτιούνται. Πώς ένας λαός με έντεχνα είδωλα κατέληξε ν’ακολουθεί Bon viveur πολιτικούς της μίζας και των δανεικών και μαζορέτες βουλευτίνες που τα’ σπαγαν στα μπουζουκομάγαζα;

Πώς προετοίμαζαν τους εγκεφάλους των πολιτών, με περιοδικά και τηλεοπτικά προγράμματα life-style; Πώς μεθόδευαν το πλιάτσικο πρώτα των δανεικών και μετά των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμμάτων κυρίως αυτών που δεν συμμετείχαν ψυχή τε και σώματι σε κείνο τον καρνάβαλο που κράτησε κοντά μισόν αιώνα; Πώς όλοι μαζί οι καθεστωτικοί κρατικο-υπάλληλοι κολλούσαν σα βδέλες στο σώμα της χώρας μέχρι την τελική πτώση;

Κι όσες μελέτες καταπιάνονται με τις ρίζες των γεγονότων της εποχής θα στέκονται στον όρο «φαινόμενο πασόκ», όχι στην αυστηρή έννοια των αρχικών αλλά στην έννοια του τί αυτό αντιπροσώπευε στη συνείδηση των τότε κατοίκων της χώρας. Και θα θέτουν υπό συζήτηση το χαρακτηρισμό-του ως κινήματος σχεδόν στα όρια του «φανατικού», ως ενός επίμονου κι αξεπέραστου τρόπου ζωής και αντιλήψεων που αφομοίωσαν και ξεπέρασαν το συντηρητισμό, την τότε «δεξιά», και εξουδετέρωσαν κάθε άλλου τύπου καθεστωτική λύση, την τότε «αριστερά».

Ενός ανίκητου τρόπου που βασιζόταν στην αξία της ήσσονος προσπάθειας, στον  τυχοδιωκτικό πλουτισμό στο όνομα του νόμου και της τάξης, στην έλλειψη σεβασμού προς τους μη καθεστωτικούς και τη μεθοδική οικονομική τους εξόντωση, στην καθολική έλλειψη της αξιοκρατίας στην κοινωνική ανέλιξη του πολίτη, σε σημείο που ν’ αποτελεί βασική προϋπόθεση γι’ αυτήν, και στην ανάδειξη της ενασχόλησης με την πολιτική σ’ επάγγελμα με αυστηρά συντεχνιακά χαρακτηριστικά που η διασφάλιση των κεκτημένων του σε κομματικό, βουλευτικό ή συνδικαλιστικό επίπεδο να ήταν υπεράνω κάθε κοινωνικού και εθνικού συμφέροντος.

Κι ενώ θα τους είναι όλ’αυτά αδιανόητα και θα κουνούν απορημένοι το κεφάλι για την πολιτική ιστορία και την καθημερινή ζωή των προγόνων τους, θα τους φαίνεται ακόμη πιο αδιανόητο ότι, παρ’όλ’αυτά, αυτοί εξακολουθούν να μιλούν ελληνικά, ότι η χώρα αυτή, παρ’όλ’αυτά, εξακολουθεί να υπάρχει κι ότι αυτό που τελικά έβγαινε σαν κραυγή και φόβος από κάτι κείμενα σαν αυτό, τελικά διαψεύστηκε από την ιστορία. Και κείνο το παλιό «φαινόμενο πασόκ» ήταν τελικά μια απαραίτητη παρένθεση στην πορεία αυτογνωσίας ενός λαού μέσα στη μακρόχρονη ιστορία του.

ΥΓ. Ο τίτλος, μια απλή αναγωγή των επίσημων στοιχείων της οικονομικής ύφεσης,
σ’ όσο, περίπου, διαρκεί ένα ζεϊμπέκικο, τέσσερα λεπτά και κάτι…


Δ. Τρικεριώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: