TRANSLATE

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Από την ιστορία «Σημείο Μηδέν» του Πάτρικ Μαγκράθ


Αργότερα είδε και τον νότιο πύργο να καταρρέει και άκουσε μια βοή, σαν να πλησίαζε μια μακρινή καταιγίδα, καθώς έβλεπε θηριώδη σύννεφα πυκνού καπνού να υψώνονται από την άκρη του νησιού. Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, στον αέρα έμεινε μια απόκοσμη εικόνα του πύργου. Ο Νταν θυμάται ακόμη τον εαυτό του να προσπαθεί να καταπολεμήσει το μούδιασμα που ένιωθε να τον κυριεύει στη σκέψη όσων κατοικούσαν στο κέντρο ή δούλευαν εκεί – ανθρώπων από το γραφείο του, συναδέλφων, φίλων…

Πολλοί Νεοϋρκέζοι, ξένοι μεταξύ τους, είχαν την ίδια παρόρμηση, είπε· βλέποντας την καταστροφή που έπληξε την πόλη τους, περιπλανιόνταν προσπαθώντας να αντλήσουν οποιαδήποτε στοιχειώδη ανακούφιση μπορούσαν. Δημιουργούσαν πρόσκαιρους δεσμούς με ξένους για να μπορέσουν να δραπετεύσουν από τον τρόμο της μοναξιάς μπροστά σε τόσο θάνατο.

Το είχε ακούσει να έρχεται από τα δυτικά. Ο ήχος ήταν εκκωφαντικός μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης. Μετά έπεσε παντού σιωπή και σκέφτηκε ότι
μάλλον έσβησαν οι μηχανές. Είπε ότι το αεροπλάνο καρφώθηκε στο κτίριο σαν να διαπερνούσε τσιγαρόχαρτο, ότι το κτίριο το κατάπιε. Και μέσα σ’όλα αυτά, μέσα στη σύγκρουση, τη σιωπή, το σοκ και τον καπνό, το μόνο που μπορούσε να σκεφθεί ήταν ο τύπος που έφυγε από το κρεββάτι της πριν από μία ώρα για να πάει να δουλέψει στον όροφο 104… Έβλεπε ανθρώπους να πέφτουν. Είπε ότι καθόταν εκεί, στην ταράτσα, με το κινητό της στο χέρι και κοίταζε τον φλεγόμενο πύργο, προσπαθώντας να καταλάβει ποια από τις μακρινές μορφές που πηδούσαν από τα παράθυρα ήταν ο εραστής της.

Στο κέντρο φούρια και στριμωξίδι, χαμός από το μποτιλιάρισμα και τις εξατμίσεις, μια συνηθισμένη ημέρα στη Νέα Υόρκη· ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του, συνέχιζε τη ζωή του, προσπαθούσε, θαρρείς, να αποδείξει ότι δεν είχε καταβληθεί από το σοκ και τη θλίψη. Είμαστε ανθεκτική ράτσα οι Νεοϋρκέζοι, άνθρωποι ευπροσάρμοστοι. Όσο πιο νότια πήγαινε, όμως, τόσο πιο εξωπραγματική γινόταν η πόλη. Παντού στους δρόμους στρατιώτες και αστυνομικοί. Η Εθνοφρουρά. Ασθενοφόρα και πυροσβεστικά οχήματα, μπλόκα και έρευνες. Από τους γκρεμισμένους πύργους έβγαιναν καπνοί και ο αέρας μύριζε απαίσια. Πολλοί φορούσαν προστατευτικές μάσκες, εικόνα που ενέτεινε ακόμα περισσότερο τη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα.

...Το Μπάτερι Παρκ είναι και πάλι ανοικτό, αν και κάπως περίεργο έτσι άδειο, χωρίς κόσμο να περιπλανιέται, χωρίς νταντάδες, αθλητές, πατινέρ. Οι πολυκατοικίες σ’ αυτό το ιδιαίτερα αναπτυγμένο άκρο του νησιού δέχτηκαν εκτεταμένα πλήγματα όταν έπεσαν οι πύργοι και βλέπεις παντού φορτηγά μετακόμισης με κατεύθυνση προς τα προάστια, σημάδι ότι οι ένοικοι που πιθανόν έχουν μικρά παιδιά ανησυχούν για την ποιότητα του αέρα. Υπάρχει χώρος για περπάτημα κατά μήκος του ποταμού Χάντσον, απίστευτα γαλήνιος αυτήν τη δροσερή φθινοπωρινή ημέρα. Πολλοί από τους εργάτες του Σημείου Μηδέν τρώνε το μεσημεριανό τους εδώ, αφήνοντας το βλέμμα τους να χαθεί στον ποταμό μέχρι τα ευδιάκριτα εργοτάξια που στήνονται στην ακτή του Τζέρσεϊ, σε τεράστια αντίθεση με την αποτρόπαιη κατεδάφιση που συνεχίζεται στην πλευρά του Μανχάταν.


Τα αποσπάσματα, από την ιστορία “Σημείο Μηδέν”, που περιέχεται στο βιβλίο “Νέα Υόρκη: Πόλη των Φαντασμάτων” του Πάτρικ Μαγκράθ, Μετάφραση: Μαρία Παπαγιάννη, Εκδόσεις “Μεταίχμιο” , 2006.

Δεν υπάρχουν σχόλια: